Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα ψαράκι που το έλεγαν Μάτεο. Το ψαράκι αυτό ζούσε σε μια θάλασσα μακρινή, λίγο μικρή μεν, αλλά γεμάτη ψάρια, πολλά άλλα ψάρια. Πρέπει ακόμα να σας πω ότι αυτό το ψαράκι έμενε με τους γονείς του. Κι ότι ο ψαρομπαμπάς του και η ψαρομαμά του ήταν πολύ αυστηροί μαζί του.

Δεν ξέρουμε γιατί, αλλά το εμπόδιζαν να κάνει ένα σωρό πράγματα*. Του καταλόγιζαν ότι κολυμπούσε, ότι έπαιζε, ότι έκανε θόρυβο με το στόμα του, με δυο λόγια, το ψαράκι αυτό είχε πάντα την αίσθηση ότι δεν έκανε ποτέ αυτό που έπρεπε. Συχνά αναρωτιόταν εάν οι γονείς του ήταν οι αληθινοί γονείς του, τόσο αυστηροί φαίνονταν. Αλλά πρώτα απ΄όλα τους φοβόταν πολύ, κυρίως τον μπαμπά του, τη μαμά του λιγότερο, αλλά τη φοβόταν λίγο κι αυτή. Αυτό το φόβο τον έκρυβε πολύ βαθιά μέσα του, ποτέ, ποτέ δεν θα τον ομολογούσε σε κανέναν. Σε ποιον να μιλήσει άλλωστε; Τα άλλα ψάρια δεν έδειχναν να φοβούνται.

Δεν ξέρουμε γιατί, αλλά το εμπόδιζαν να κάνει ένα σωρό πράγματα*. Του καταλόγιζαν ότι κολυμπούσε, ότι έπαιζε, ότι έκανε θόρυβο με το στόμα του, με δυο λόγια, το ψαράκι αυτό είχε πάντα την αίσθηση ότι δεν έκανε ποτέ αυτό που έπρεπε. Συχνά αναρωτιόταν εάν οι γονείς του ήταν οι αληθινοί γονείς του, τόσο αυστηροί φαίνονταν. Αλλά πρώτα απ΄όλα τους φοβόταν πολύ, κυρίως τον μπαμπά του, τη μαμά του λιγότερο, αλλά τη φοβόταν λίγο κι αυτή. Αυτό το φόβο τον έκρυβε πολύ βαθιά μέσα του, ποτέ, ποτέ δεν θα τον ομολογούσε σε κανέναν. Σε ποιον να μιλήσει άλλωστε; Τα άλλα ψάρια δεν έδειχναν να φοβούνται.





